Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Βρήκα γιατί έχω εμμονή με την φάβα,, ήταν στο DNA μου

Η ιστορία της οικογένειας μου από το βιβλίο ‘’Κλάρα’’ της θειας μου Κλάρας Ζαχαράκη Γεωργίου

‘’ Ο πατέρας μου, Βασίλης Ζαχαρακης, γεννήθηκε στην Λέρο από κρητικό πατέρα. Ήταν τότε που οι άγριοι άνεμοι ακόμα σάρωναν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος κι η Κρήτη στέναζε ακόμα αλύτρωτη. Ο παππούς του , Σφακιανός καραβοκύρης, μαζί με άλλα δυο αδέλφια έκαναν εμπόριο. Όταν γύριζαν τα καΐκια τους στα Σφακιά, οι χωριανοί άνοιγαν πόρτες και παράθυρα να υποδεχτούν τους Ζαχαράκηδες. Σ’ εκείνο το ταξίδι, το χωριό ήταν βουβό. Σφαλισμένες πόρτες και παράθυρα. Το αντρίκιο τους μυαλό αμέσως πήγε στην μονάκριβη αδελφή που έμενε σπίτι να τους προσμένει..
<<Μας ντρόπιασε, για αυτό δεν έχουν μάτια να μας δουν οι συγχωριανοί μας…>>
Την βρήκαν βιασμένη νεκρή, καρφωμένη στον τοίχο… Ήταν το χτύπημα των Τούρκων στα παλικάρια που με τα καΐκια τους έδιναν ζωή και ανεξαρτησία στο χωριό.
Πούλησαν ότι είχαν και δεν είχαν, μπήκαν στα καΐκια τους και βγήκαν πειρατές στο Αιγαίο. Φαντάσματα εκδίκησης κυνήγησαν όποιον Τούρκο έπεφτε στην πλώρη τους. Κάποτε κουράστηκαν. Είχαν χάσει επαφή μεταξύ τους. Ο καθένας τράβηξε για αλλού.
Ο δικός μου προπάππους, Αντώνης αφού παντρεύτηκε μια Σημιακιά, κατέληξε στην Λέρο κι ακούμπησε την κουρασμένη από πόνο και αγριότητα ψυχή του στο μικρό ιωνικό ειρηνικό νησί. Μεγάλη φαμελιά, ένα τσούρμο παιδιά. Μέρεψε και αυτός σαν τους ντόπιους . Ο Σφακιανός λέγαν μ’ αγάπη, γιατί κι οι Λεριοί ξέραν τι σημαίνει Τούρκος και σκλαβιά. Κι ήρθε η ώρα που του έδειξαν αυτή τους την αγάπη. Ένα τούρκικο καΐκι έφτασε στο νησί ψάχνοντας οδηγό να τους πάει στη Κάλυμνο, γιατί δεν γνώριζαν και φοβόνταν τα στενά ανάμεσα Λέρου – Καλύμνου. Πρόθυμος ο Σφακιανός. Η εκδίκηση ξύπνησε στην ψυχή του ξανά. <<Κοιμηθείτε και θα σας ξυπνήσω το πρωί που θα φτάσουμε…>>. Τον επικήρυξαν για την σφαγή. Πήρε γυναίκα και παιδιά και κρύφτηκε μέσα σε μια θαλασσινή σπηλιά, μεσα της ανέβλυζε δροσερό γλυκό νερό. Μόνο κάτι ντόπιοι ήξεραν τη σπηλιά και το θαλασσινό μονοπάτι που σε πηγαίνει εκεί. Οι Λεριοί τους κράτησαν στη ζωή. Μια φορά τη εβδομάδα μια βάρκα έφερνε ένα τσουκάλι φάβα και μια σακούλα παξιμάδια. Δυο τροφές που δεν αλλοιώνονταν. Μ’αυτά έζησαν για μήνες και μήνες μέχρι που τον ξέχασαν οι αρχές και αυτόν και το φονικό.
Αλί κακό που έπαθε
του Σφακιανού το ασκέρι.
Φάβα πρωί, φάβα βραδύς, φάβα το μεσημέρι.

Το τραγούδι του έμεινε με μια δόση χιούμορ για την περιπέτεια του
Ο γιος του Σφακιανού, ο παππούς μου, με μια οικογένεια που αριθμούσε εννέα γιους και μια κόρη, ανήσυχο πνεύμα κι αυτός και σπρωγμένος από την δύσκολη ζωή που περνούσαν τα νησιά, μπαρκάρει μ’ολη την οικογένεια και φεύγει για την Αίγυπτο. Είναι η εποχή που η χώρα του Νείλου ελκύει πολλούς Έλληνες και ιδιαίτερα νησιώτες, που σιγά σιγά θα γίνουν η ανθούσα προνασερικη ελληνική παροικία.
Ο πατέρας μου φτάνει στην Αίγυπτο μωρό και μεγαλώνει εκεί. Η ζωή στο πολυεθνικό Κάιρο θα του χαρίσει την γνώση, πέραν της δικής του γλώσσας και της αγγλικής και της αραβικής, την οποία έγραφε και διάβαζε. Στα δεκαεννέα του φτάνει στην Αμερική όπου ζει για ένα διάστημα. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, όπου έχει γυρίσει κι όλο το Ζαχαρακαικο από την Αίγυπτο , συναντά την μητέρα μου και από εκεί λίγο αργότερα μετακομίζουν πάλι στην Λέρο